Αστάθεια Επιγονατίδας

Η επιγονατίδα εξαρθρώνεται σχεδόν πάντα προς τα έξω. Η πάθηση αφορά κυρίως εφήβους και νέους ενήλικες, ιδιαίτερα γυναίκες, και χαρακτηρίζεται από υψηλό κίνδυνο υποτροπής, ιδίως όταν συνυπάρχουν προδιαθεσικοί ανατομικοί παράγοντες.

Τι συμβαίνει

Η επιγονατίδα συγκρατείται στη θέση της από το βάθος της μηριαίας αύλακας, τον έσω επιγονατιδομηριαίο σύνδεσμο (MPFL) και τους δυναμικούς σταθεροποιητές του γόνατος, κυρίως τον έσω πλατύ μυ.

Ο MPFL αποτελεί τον σημαντικότερο στατικό σταθεροποιητή της επιγονατίδας κατά τις πρώτες μοίρες κάμψης του γόνατος και ρήγνυται στις περισσότερες περιπτώσεις πρώτου εξαρθρήματος.

Ο μηχανισμός είναι συνήθως στροφικός: το πόδι παραμένει σταθερό στο έδαφος, το σώμα στρέφεται προς την αντίθετη κατεύθυνση και η επιγονατίδα εξαρθρώνεται προς τα έξω. Συχνά ανατάσσεται αυτόματα με την έκταση του γόνατος, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερημένη διάγνωση.

Προδιαθεσικοί παράγοντες

Η παρουσία τους αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο υποτροπής και επηρεάζει την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.

Δυσπλασία της μηριαίας αύλακας – η αύλακα είναι ρηχή και δεν συγκρατεί επαρκώς την επιγονατίδα.

Ψηλή επιγονατίδα – η επιγονατίδα εισέρχεται αργότερα στη μηριαία αύλακα κατά την κάμψη του γόνατος.

Αυξημένη απόσταση TT-TG – αυξάνεται η πλάγια έλξη της επιγονατίδας.

Βλαισότητα γόνατος και αυξημένη πρόσθια στροφή του μηριαίου.

Γενικευμένη συνδεσμική χαλαρότητα.

Αδυναμία του έσω πλατέος και των απαγωγών του ισχίου.

Συμπτώματα

Οξύ επεισόδιο:

Έντονος πόνος και αίσθηση ότι «βγήκε η επιγονατίδα»

Ορατή παραμόρφωση, αν η επιγονατίδα παραμένει εξαρθρωμένη

Άμεση διόγκωση – αιμάρθρωση

Αδυναμία στήριξης

Ευαισθησία στην έσω πλευρά της επιγονατίδας, λόγω τραυματισμού του έσω επιγονατιδομηριαίου συνδέσμου (MPFL)

Χρόνια αστάθεια:

Αίσθημα φόβου ότι θα ξαναβγεί, ιδίως σε στροφικές κινήσεις

Επεισόδια υπεξαρθρήματος

Πόνος γύρω από την επιγονατίδα

Αποφυγή δραστηριοτήτων

Διάγνωση

Η κλινική εξέταση εκτιμά τη μετατόπιση της επιγονατίδας, την παρουσία αισθήματος φόβου κατά την πλάγια μετατόπισή της (apprehension test), την ευαισθησία στην πορεία του MPFL και τη γενικευμένη συνδεσμική χαλαρότητα.

Η ακτινογραφία, με λήψεις που περιλαμβάνουν αξονική προβολή της επιγονατίδας, αναδεικνύει τη θέση της επιγονατίδας, τη δυσπλασία της μηριαίας αύλακας και τυχόν οστεοχόνδρινο κάταγμα.

Η μαγνητική τομογραφία τεκμηριώνει την κάκωση του MPFL, τις οστικές θλάσεις και τις οστεοχόνδρινες βλάβες. Η αποκόλληση οστεοχόνδρινου τεμαχίου δεν είναι σπάνια μετά από εξάρθρημα και μπορεί να αλλάξει τη θεραπευτική αντιμετώπιση.

Η αξονική τομογραφία χρησιμοποιείται κυρίως στον προεγχειρητικό σχεδιασμό, για τη μέτρηση της απόστασης TT-TG και την εκτίμηση της στροφικής ευθυγράμμισης των οστών.

Αντιμετώπιση του πρώτου επεισοδίου

Στο πρώτο εξάρθρημα, εφόσον δεν συνυπάρχει ελεύθερο οστεοχόνδρινο τεμάχιο ή άλλη ένδειξη χειρουργικής αντιμετώπισης (μεγάλη οστεοχόνδρινη βλάβη, οστική απόσπαση στην κατάφυση του MPFL), η θεραπεία είναι συντηρητική: σύντομη ακινητοποίηση, έλεγχος του οιδήματος και, στη συνέχεια, πρόγραμμα αποκατάστασης με έμφαση στην ενδυνάμωση του τετρακεφάλου, του έσω πλατέος και των απαγωγών του ισχίου. Η επιστροφή στις δραστηριότητες γίνεται σταδιακά, συνήθως μέσα σε 6-12 εβδομάδες.

Εξαίρεση: αν υπάρχει ελεύθερο οστεοχόνδρινο τεμάχιο, απαιτείται έγκαιρη αρθροσκόπηση για καθήλωση ή αφαίρεσή του.

Χειρουργική αντιμετώπιση

Ενδείκνυται σε υποτροπιάζοντα εξαρθρήματα, σε χρόνια συμπτωματική αστάθεια και σε επιλεγμένους ασθενείς μετά από πρώτο εξάρθρημα, όταν συνυπάρχουν σοβαροί ανατομικοί προδιαθεσικοί παράγοντες ή βλάβες που αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο υποτροπής.

Η σταθεροποίηση επιγονατίδας βασίζεται συνήθως στην ανακατασκευή του MPFL με τενόντιο μόσχευμα. Όταν συνυπάρχει σημαντικά αυξημένη απόσταση TT-TG ή άλλες σημαντικές οστικές ανωμαλίες, μπορεί να συνδυαστεί με μεταφορά του κνημιαίου κυρτώματος ή άλλες διορθωτικές επεμβάσεις όπως είναι η τροχιλιοπλαστική.

Η επέμβαση εξατομικεύεται και σχεδιάζεται με βάση τους ανατομικούς προδιαθεσικούς παράγοντες κάθε ασθενούς.

Αποκατάσταση

Μετά από συντηρητική θεραπεία, εφαρμόζεται σύντομη ακινητοποίηση με νάρθηκα, ακολουθούμενη από σταδιακή αποκατάσταση του εύρους κίνησης και πρόγραμμα ενδυνάμωσης του τετρακεφάλου και των μυών του ισχίου. Η επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες γίνεται συνήθως μέσα σε 6-12 εβδομάδες.

Μετά από χειρουργική σταθεροποίηση, χρησιμοποιείται νάρθηκας με ελεγχόμενη κάμψη τις πρώτες δύο εβδομάδες, πλήρες εύρος κίνησης περίπου στις έξι εβδομάδες, προοδευτική ενδυνάμωση από τον δεύτερο μήνα, τρέξιμο στους 3-4 μήνες και επιστροφή σε αθλήματα με στροφές και επαφή μετά τους 6 μήνες.

Συχνές ερωτήσεις

Μετά από πρώτο επεισόδιο ο κίνδυνος είναι σημαντικός, ιδίως σε νεαρή ηλικία και όταν υπάρχει δυσπλασία της αύλακας. Μετά από δεύτερο επεισόδιο, η πιθανότητα νέας υποτροπής είναι πολύ υψηλή.

Όχι. Ο νάρθηκας μπορεί να προσφέρει προσωρινή σταθερότητα και αίσθημα ασφάλειας, αλλά δεν διορθώνει την υποκείμενη αιτία της αστάθειας.

Ναι. Σε πολλές περιπτώσεις η επιγονατίδα ανατάσσεται αυτόματα με την έκταση του γόνατος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κάκωση είναι ήπια, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις έχει προκληθεί κάκωση του MPFL.

Όχι. Η αστάθεια αφορά μετατόπιση της επιγονατίδας. Το επιγονατιδομηριαίο σύνδρομο αφορά πόνο χωρίς εξάρθρημα.

Επικοινωνία Δεύτερη Γνώμη