Η σταθερότητα του αγκώνα εξασφαλίζεται από τη συνεργασία της οστικής ανατομίας της άρθρωσης, των συνδέσμων και των γύρω μυών. Καθοριστικό ρόλο έχουν η ωλενοβραχιόνια άρθρωση, ο έσω πλάγιος σύνδεσμος και το έξω πλάγιο συνδεσμικό σύμπλεγμα, ενώ η κεφαλή της κερκίδας λειτουργεί ως σημαντικός δευτερογενής σταθεροποιητής, ιδιαίτερα απέναντι στις βλαισές δυνάμεις και την αξονική φόρτιση.
Ο συχνότερος μηχανισμός είναι η πτώση πάνω σε τεντωμένο χέρι. Η δύναμη μεταδίδεται κατά μήκος του αντιβραχίου και προκαλεί εξάρθρημα του αγκώνα, με μετατόπιση της ωλένης σε σχέση με το βραχιόνιο.
Στις κακώσεις αυτές οι σύνδεσμοι ρήγνυνται με προβλέψιμη σειρά, ξεκινώντας από την έξω πλευρά και προχωρώντας προς την έσω.
Τα εξαρθρήματα διαχωρίζονται ανατομικά σε οπίσθια εξαρθρήματα (90% των περιστατικών) (οπίσθια έξω και οπίσθια έσω), και σε πρόσθια που είναι αρκετά σπάνιες κακώσεις υψηλής ενέργειας. Επιπλέον χωρίζονται σε απλά και σε σύνθετα ανάλογα με την βαρύτητα της κάκωσης.
Απλό εξάρθρημα σημαίνει ότι δεν υπάρχει συνοδό κάταγμα. Είναι το συχνότερο και έχει καλή πρόγνωση.
Σύνθετο εξάρθρημα είναι το εξάρθρημα που συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα κατάγματα του αγκώνα. Η σοβαρότερη μορφή είναι η λεγόμενη «ατυχής τριάδα» (terrible triad), η οποία περιλαμβάνει εξάρθρημα του αγκώνα, κάταγμα της κεφαλής της κερκίδας, κάταγμα της κορωνοειδούς απόφυσης και ρήξη του έξω πλάγιου συνδεσμικού συμπλέγματος, συνήθως του ωλένιου έξω πλάγιου συνδέσμου (LUCL). Πρόκειται για μια βαριά κάκωση που σχεδόν πάντα απαιτεί χειρουργική αποκατάσταση και συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο δυσκαμψίας, υπολειπόμενης αστάθειας και μετατραυματικής αρθρίτιδας.